Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

ΟΙ ΚΑΤΑΚΟΚΚΙΝΕς ΠΑΝΤΟΦΛΕΣ

κρατα καλα το τιμονι
και τα ματια σου δεκατεσσερα στον δρομο
παμε στο μοτελ
θα γλεντησουμε εκει περα
ασε με να κυλησω
ωχρος κυριος εγινα
ασεμε να κυλησω κουκλα μου
θυσιασα ορκους και ξεχασα προσευχες για ναρθω
ασε με να κυλησω
και το πρωι θα σε κερασω μια σπεσιαλ μαυρη μπυρα
απο τις ακριβες
θα την πιουμε στην υγεια του κατακοκκινου ηλιου
σαν σημαδι σωτηριας
υποσχεση
που ξερουμε καλα πως δεν θα κρατησουμε

να θυμασαι παντα ποσο ηλιθιοι μοιαζαμε
κατω απ την βελουδινη ταπετσαρια
εκει
που πιστεψαμε για μια στιγμη στην δρασκελια μας

πιασε το χερι μου
και εδω , κατω απ αυτο το κουτσουρο
ας θαψουμε ολα αυτα που μας στεναχωρησαν
δεν υπαρχει λυτρωμος
φωναξε το δυνατα , ακους ; δυνατα
και ολα αυτα που νομιζουμε φωτια
περιγελως σωτηριας μπαμπεσικος ειναι
γιατι η ψυχη
σε μελαγχολικη φυγη χορευει στροβιλιζομενη στην γεννηση

μερικες φορες νιωθω τοσο μονος ηλιθιος και αστειος
που μουρχεται να ξερασω
κοιτα τις κατακοκκινες παντοφλες μου
αυτες μου δοθηκαν - τρια νουμερα μικροτερες -
για να περπατησω αυτο τον κοσμο

πονεσαν τα ποδια μου , γεμισαν πληγες

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου