Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Αδαμαστος

Γαληνιος φευγω
Αδαμαστος

Γιοματος δικαιωματα λανθασμενων δρομων
που πιστευα πως οδηγουν στην ευτυχια
με μια παραξενη στοργη για τα σφαλματα μου
διαθεσιμος σε καθε "ευγενικο" πειρασμο της ζωης
εζησα

Ηρθα σαν αξιοθρηνητος μισοκοιμισμενος κατακτητης
καβαλα σ ενα δυστροπο μεθυσμενο μουλαρι
που ολο προσπαθουσε να με δαγκωση
ομως ξυπνησα
και με σταθερο χερι
οδηγησα την σβησμενη μου ψυχη
στην αναγεννηση της

Τι ειμαι ; μια παροδικη εκσταση ;
ενα απλωμενο ριγε σωβρακο
που τρεμουλιαζει στο φυσημα της αυρας ;
μηπως ενα ολεθριο "στοργικο" φιλι στο μετωπο;

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Καπου σε εχω ξαναδει

Εδω που εφτασες
δεν υπαρχει γυρισμος γιε μου
μητε μετανοια
Κοιτα να παλεψεις καλα
και ξεπερνωντας τις θλιβερες φιγουρες
πατα στην ελευθερια της
βαλε το κεφαλι σου στην αγκαλια της
και αστην να καθαρισει το αιμα
Αυτη ξερει
"καπου σε εχω ξαναδει"
θα σου ψιθυρισει στο αυτι
και με ευγενικη βαθια οικιοτητα
θα βγαλει τ αγκαθια
τ αγκαθια της

Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

Ενας τυφλος σταυρωθηκε

Μεταμφιεσμενες σ ευχαριστηση και αγαπη
γοητευτικες "αμαρτιες" τον εφθειραν
τον γεμισαν λογια
προσωρινα πραγματα αδεξια
Η μοιρα του τον οδηγησε σαν υπνοβατη
τον εκλεισε στην φυλακη
τοιχοι της ενα κρανιο με δικια του θεληση
γιοματο αυτοδιαψευση και προδοσια
Δες , ονειρευεται , εχει και οραματα
ελπιδες που δεν επρεπε να εχει του καινε το μυαλο
απελπισιες τον τυφλωνουν
καθως μεταμορφωνεται σε λαθος σε μια παρεξηγηση
Ταραγμενο ξυπνημα μπερδευει τις αισθησεις
με φτηνα τεχνασματα δημιουργει δολωμα
που του φερνει δακρυα και κοκκινιζει απο ντροπη τα μαγουλα
τον κανει να νιωθει σα μικρο κοριτσι που το μαλωσε αδικα ο δασκαλος
Στα ματια του
ενας τυφλος σταυρωθηκε
ακολουθωντας αυστηρα την εντολη
να οδηγησει ολους τους αλλους τυφλους στην κολαση

Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

το ματι του αετου

Πηρε να νυχτωνει οταν κατηφορισα την πλαγια του αφηνιασμενου αλογου
προς το στραβο ποταμι.
Το φεγγαρι σα μικρος ηλιος αρχισε να φωτιζει τα παντα.
Βρηκα ενα καλο σημειο και αφησα τα πραγματα μου.
Ολα γυρω μου σε μαγικη ομορφια τυλιγμενα μοσχομυριζαν υπεροχα.
Καμια λυπη και κανενας φοβος για το αυριο δεν θα αφηνα να ταραξει την ευτυχια μου.
Αυτες τις μερες την ειχα γραπωσει καλα,αν και γνωριζω πως τιποτα πιο φευγαλεο απ την ανθρωπινη ευτυχια δεν υπαρχει.
Αρχισα να μαζευω ξυλα για την φωτια.Σαν ανασες οι μερες περνανε γρηγορα...
Γλιστρησα και επεσα τρια τεσσερα μετρα σε μια τρυπα διπλα σ εναν βραχο.
Εβγαλα τον φακο και κοιταζοντας γυρω διαπιστωσα με ανακουφηση οτι μπορουσα να σκαρφαλωσω.Εκανα να πιαστω και να βγω οταν το ματι μου επιασε ενα αλλο ανοιγμα γυρω στο ενα μετρο διπλα μου.
Ετσι βρηκα την σπηλια.
Ηταν μεγαλη.
Κουβαλησα ξυλα και αναψα φωτια.
Στους βραχους γυρω μου εβλεπα αμυδρα καποιες ζωγραφιες και στα ποδια μου ο βραχος ηταν μαυρισμενος απο παλιες φωτιες.
Καποιοι καποτε πρεπει να χρησιμοποιουσαν τον χωρο σαν κρησφυγετο η κατοικια.
Κομματια απο ξυλα και σκουριασμενα μεταλικα αντικειμενα ηταν ριγμενα παντου.
Στο βαθος ακουγοταν το μουρμουρητο ρυακιου.
Απεναντι μου ενα τεραστιο ζωο ηταν στην τοιχογραφια.Μαλλον ταυρος. Ειχε ενα τεραστιο κεφαλι με κερατα.
Εμοιαζε να με παρακολουθει.
Καθισα σε μια πετρα και ακουμπωντας στον τοιχο εκλεισα τα ματια μου.
Ποιοι εισασταν ; που πηγατε ; τι εμεινε απο σας ;
Αρχισε το μυαλο μου να γενναει φαντασματα και σκεψεις εβραζαν μεσα μου ανυπομονες.
Μετα ενοιωσα πολυ μακρια απ τον εαυτο μου.
Εβλεπα καθαρα εναν ανθρωπο καθισμενο στην πετρα,που ηταν αυτο που τον εκαναν οι πραξεις του.
Ειδα την ψυχη, περα απ τις επιχρυσωμενες ψευτιες.
Πεταξα ψηλα και με το ματι του αητου ειδα πεντακαθαρα τον κοσμο.
Ξεπερασα την αδιακοπη ασβηστη διψα για τον ουρανο
και αντιληφτηκα την ψευτια της "Αληθινης ορασης".

Απλοϊκος και λιγο κουτος
δεν μπορεσα να καταλαβω ποτε την σοφια
μητε την τελειοτητα των θεων
Ατελης , σαν μεσα σε ομιχλη παντα η σκεψη μου
με αφηνε ελευθερο
να βλεπω αυτα που το ματι δεν βλεπει
ν ακουω αυτα που τ αυτι δεν ακουει
και να πιανω αυτα που το χερι δεν μπορει να πιασει